info@mind-lab.gr

Ποίηση και Ψυχιατρική

2701Το εξαιρετικό αυτό άρθρο έχει γραφτεί από την Αγγελική Ζουμπούλη και τον καθηγητή μου, Παναγιώτη Ουλή και αναδημοσιεύω με την άδεια του ηλεκτρονικού περιοδικού για την ποίηση http://www.poema.gr/

Photo: Des Pina

Η θέση της ποίησης ψυχικά ασθενών στην καθημερινή κλινική πράξη

Παρουσίαση μίας περίπτωσης
Αγγελική Ζουμπούλη, Παναγιώτης Ουλής 

Η περιθωριοποίηση του ρόλου των ανθρωπιστικών σπουδών στην εκπαίδευση και άσκηση της ψυχιατρικής συνιστά αδιαμφισβήτητα ισχυρή τάση της σύγχρονης ακαδημαϊκής ψυχιατρικής εκπαίδευσης. Παρόλη τη σπουδαιότητα των σύγχρονων ψυχιατρικών επιστημονικών και τεχνικών προόδων στη διάγνωση και θεραπεία των ψυχικών διαταραχών, η εξέλιξη αυτή ενέχει σοβαρές αρνητικές συνέπειες για την αρτιότερη άσκηση της Ψυχιατρικής. Οι ανθρωπιστικές σπουδές συμπεριλαμβανομένης της Λογοτεχνίας και της Ποίησης δύνανται ωστόσο να συμβάλουν, συχνά αποφασιστικά, στη διασφάλιση της απαρτιωμένης άσκησης της ιατρικής, συμπεριλαμβανομένης ασφαλώς της ψυχιατρικής (Evans, 2002). Στο παρόν άρθρο περιοριζόμαστε στη συζήτηση του ρόλου της ποίησης εικονογραφώντας περίπτωση χρονίως νοσηλευόμενου βαριά ψυχικά πάσχοντος, μέσα από τη συνεκτίμηση ποιημάτων που αυτός συνέγραψε κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας ψυχιατρικής νοσηλείας του.

Παρουσίαση μιας περίπτωσης

Πρόκειται για ασθενή 50 ετών, που νοσεί από τα 19 του έτη (αν και αναφέρονται ήπια ψυχοπαθολογικά συμπτώματα ήδη από τα 16 του) από σχιζοφρένεια παρανοειδούς τύπου (κατά DSM IV) με παραληρητικές ιδέες καταδίωξης και παρακολούθησης (πίστευε ότι εξωγήινα όντα τον καταδίωκαν με σκοπό να τον ακρωτηριάσουν). Τέθηκε εξαρχής υπό ψυχιατρική παρακολούθηση υποβαλλόμενος σε μακροχρόνια φαρμακευτική αγωγή. Ωστόσο σημειώνεται ότι άλλαζε συχνά θεράποντες ψυχιάτρους και φαρμακευτική αγωγή, αλλαγές οι οποίες υποκινούνταν, όπως ο ίδιος εξηγεί, από την μη ικανοποίησή του από αυτούς. Δεν κατάφερε να εισαχθεί στο πανεπιστήμιο ούτε να εργαστεί έκτοτε. Κατά τα επόμενα 18 έτη της νόσησής του σημειώνονται πολυάριθμες και ανεπιτυχείς ψυχιατρικές νοσηλείες του για την αντιμετώπιση της ενεργού ψυχωσικής ψυχοπαθολογίας του, η οποία συνοδευόταν από εκρήξεις βίαιης συμπεριφοράς. Η κλιμάκωση της τελευταίας οδήγησε τελικά σε μακροχρόνια ψυχιατρική νοσηλεία του σε τμήματα υψηλής ασφάλειας. Τα τελευταία 8 έτη παρουσιάζει ύφεση της ψυχωσικής συμπτωματολογίας του (δεν παρουσιάζει παραληρητικές ιδέες), με παράλληλο δραστικό περιορισμό της βίαιης συμπεριφοράς του. Εκφράζει, φραστικά τουλάχιστον, ενοχές για την ετεροκαταστροφική συμπεριφορά που επιδείκνυε στο παρελθόν (συχνά βάζει τα κλάματα όταν αναλογίζεται «το κακό που έχω κάνει», ωστόσο αναγνωρίζει ότι βρισκόταν σε υποτροπή της νόσου του). Eχει εξοικειωθεί σε μεγάλο βαθμό με το τμήμα νοσηλείας του, τους συνασθενείς του και το προσωπικό, δανείζεται πολλά βιβλία από τη βιβλιοθήκη του νοσοκομείου, κυρίως επιστημονικού και λογοτεχνικού περιεχομένου. Κρατάει συνεχώς σημειώσεις για διάφορα εγκυκλοπαιδικά θέματα, δίχως να δικαιολογείται το ενδιαφέρον του για αυτά. Αξιοσημείωτο είναι ότι πρόκειται για ασθενή που υπήρξε πολύ καλός μαθητής πριν νοσήσει και επιθυμούσε να ακολουθήσει επιστημονικές σπουδές. Αρχικά, οι συζητήσεις μαζί του απέβαιναν συχνά άκαρπες, αφού αυτός συνεχώς τις διέκοπτε για να εκφράσει πιεστικά απορίες τού τύπου «Γιατρέ, σε τι μονάδες μετράται η χοληστερόλη;» ή «Πρέπει να σας ρωτήσω, τι σημαίνει η οξύτητα του λαδιού;». Η επιτακτική παράκλησή του για παροχή απαντήσεων σε ερωτήματα όπως τα προηγούμενα υπονόμευε συστηματικά τη ροή των κλινικών και ψυχοθεραπευτικών συνεδριών μαζί του.

Πρόσφατα διαπιστώσαμε ότι ο ασθενής επιδίδεται στη συγγραφή ποιημάτων, γεγονός που μας εξέπληξε ευχάριστα. Η πρόταση να συμπεριληφθούν τα ποιημάτά του στη θεματολογία των συναντήσεών μας επέτρεψε την άρση των προαναφερθέντων σοβαρών εμποδίων στα οποία αυτές προσέκρουαν έως τότε. Επιπροσθέτως, οι γόνιμες πλέον συναντήσεις μας, καθώς και η ίδια η μελέτη των ποιημάτων του, μας επέτρεψαν την καλύτερη γνώση και κατανόηση όψεων του ψυχισμού του που παρέμεναν ανέκφραστες στον προφορικό λόγο του. Oπως μας εξήγησε, άρχισε να γράφει ποιήματα από 12ετίας, περίοδος η οποία συμπίπτει χρονικά με την ύφεση της βίαιης και ετεροκαταστροφικής συμπεριφοράς του. Ο συνολικός αριθμός των ποιημάτων του είναι μικρός (17). Μάλιστα, όπως αναφέρει, τα περισσότερα προσπάθησε να τα δουλέψει για αρκετούς μήνες, προτού καταλήξει στην οριστική μορφή τους. Εδώ θα αναφερθούμε, για λόγους οικονομίας, σε τέσσερα μόνον από αυτά, τα οποία είναι κατά τη γνώμη μας αντιπροσωπευτικά του συνόλου τους. Θα παραθέσουμε πρώτα αυτούσια τα ποιήματά του κατά χρονολογική σειρά συγγραφής τους, στη συνέχεια θα συνοψίσουμε τα κίνητρα συγγραφής τους όπως αυτά εκφράζονται σήμερα από τον ίδιο και τέλος θθα παρουσιάσουμε τις ερμηνείες που μας υποκίνησε η ανάγνωσή τους.

Ποίημα άνευ ονόματος

Ο κώνωψ πέταξε
και ήρθε και κάθισε στο λαιμό μου,
ακροπατώντας μόλις, έμπηξε το κεντρί του
κι αστραπιαία ρούφηξε μια σταγόνα αίμα.

Ο χοντρέμπορος καλά στοιβαγμένος
πίσω απ” τα βιβλία ισολογισμών του,
πήρε κι αυτός τη δόση του.

Ο δάσκαλος αυστηρός,
παλαιών αρχών, απαιτητικός αυταρχικά,
ούτε λόγο δεν έκανε για αφαίμαξη ιδεών.

Ο δικαστής φιλοσοφώντας
βρήκε ότι η ζωή δε μπορούσε προς το παρόν ν” αλλάξει
μ” όλους αυτούς τους χονδροειδείς τύπους της παρούσης
και πήγε με τα νερά τους.
Εδώ μιλάμε για μεταγγίσεις σε νεκρούς.

Ο Ψυχίατρος έχει γεμάτο το μυαλό του
με γνώσεις ασθενείας
και ξέρει καλά πόσο επικίνδυνος
είναι ο ασθενής φονιάς.

Και το αίμα
έρεε άφθονο
στην άσφαλτο
της λεωφόρου
της προόδου
της κοινωνίας.

Το ποίημα αυτό γράφτηκε κατά την περίοδο δίκης του ασθενούς για σοβαρή ετεροκαταστροφική συμπεριφορά κατά συνανθρώπου του, η οποία οδήγησε στην επ” αόριστον ακούσια ψυχιατρική νοσηλεία του. Oπως μας αναφέρει τόσο ο πραγματογνώμων ψυχίατρος όσο και οι δικαστές τον αδίκησαν («με δολοφόνησαν», «έγινα θυσία στο βωμό των κοινωνικών συμφερόντων»). Αποδέχεται την ορθότητα της αναγνώρισης του νομικού ακαταλόγιστου της πράξης του, εκτιμά ωστόσο υπερβολικά και άδικα μακρό τον χρόνο της διαταχθείσας ακούσιας ψυχιατρικής νοσηλείας του. Ο ασθενής αναγνωρίζει ότι μέσα από αυτό το ποίημα επιθυμεί να εκφράσει την αγανάκτησή του για την αδικία των κοινωνικών θεσμών σε βάρος του, ωστόσο προσθέτει ότι επιθυμούσε να εκφράσει επίσης την οργή και άλλων αδικημένων από την κοινωνία συνανθρώπων του.

Παρομοίως, κατά την ερμηνεία μας, πρόκειται για ένα ποίημα έκφρασης οργής προς την κοινωνία και απογοήτευσης από αυτήν και τους εκπροσώπους βασικών θεσμών της, αλλά και καταγγελίας των άδικων ανθρωποθυσιών που αυτή διαπράττει στο όνομα της λεγόμενης «προόδου» της. Από τη μία πλευρά «ο κώνωψ» και ο «χονδρέμπορος» που «ρουφούν το αίμα» των ανθρώπων, από την άλλη ο «δάσκαλος» και «ο δικαστής» που τηρούν μια ουδέτερη και απαθή στάση μπροστά στην «αφαίμαξη»-αδικία. Τέλος, στον ψυχίατρο καταλογίζεται υπερβολική αυστηρότητα στην εκτίμηση της επικινδυνότητας του ασθενούς. Η εν λόγω αυστηρότητα υποκινείται από την αλληλεγγύη που ο ψυχίατρος επιδεικνύει προς τους κυρίαρχους κοινωνικούς θεσμούς, σε βάρος των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ασθενούς.

Το πρέπον περιβάλλον

Στο περιβάλλον της σκέψης
σκωπτικοί πειρασμοί
εμφανίζονται πλειστάκις
μέσα στο μυαλό μου.

Μέσα στο μυαλό μου
όλα ψυχρά
κι οι υπολογισμοί
κι οι ανθρώπινες σχέσεις
κι η ύπαρξή μου ακόμη
κι αυτή η ίδια.

και γύρω μου όλα,
όλα νεκρά κι άχρωμα

Μόνο Hλιος κι αέρας
κι αντικείμενα ψυχρά
κι εγώ να σκέπτομαι
να σκέπτομαι
και να υπολογίζω τη ζωή,
τη ζωή των ανθρώπων
την πρέπουσα

Κι όλοι να μου λένε
ότι έτσι πρέπει να κάνω
κι ότι είμαι ο σωστός
κι ο δίκαιος κι ο δυνατός.

Oπως ο ασθενής αναφέρει, το ποίημα αυτό γράφτηκε ενόσω αυτός νοσηλευόταν στην ψυχιατρική πτέρυγα ενός κρατητηρίου, σε ένα κελί όπου υπήρχαν μόνον ένα κρεβάτι και ένα παράθυρο με περιορισμένο φωτισμό. Οι «σκωπτικοί πειρασμοί» είναι οι σεξουαλικές φαντασιώσεις του και οι βίαιες παρορμήσεις του. Το «νεκρό» περιβάλλον της φυλακής καθρεφτίζει τη φυλακή του μυαλού του, τον εγκλωβισμό του σε σκέψεις περί του «πρέποντος». Τα πάντα, ακόμα και ο «ήλιος» και ο «αέρας» κινούνται ψυχρά και η σκέψη του -στο ίδιο μοτίβο- αναπαράγει «το πρέπον». Στο πλαίσιο αυτό, ο τρόπος σκέψης του γίνεται μηχανικός, αποστειρωμένος από συναισθήματα και πλήρως ελεγχόμενος από τους «ειδικούς», κάτι που κατ” αυτόν επιδιώκεται και επιβραβεύεται από τη σύγχρονη ψυχιατρική.

Κατά την ανάγνωσή μας, το ποίημα αυτό αποδίδει το αίσθημα αποξένωσης του ασθενή τόσο από τον εαυτό του («ψυχρό περιβάλλον» της σκέψης του) όσο και από το περιβάλλον του («το νεκρό περιβάλλον» γύρω του). Ενδέχεται τα προηγούμενα να συνιστούν προϊόντα κινητοποίησης ψυχολογικών μηχανισμών άμυνάς του έναντι της εισβολής των φαντασιώσεων και παρορμήσεων που προαναφέραμε. Δεν γνωρίζουμε σε ποιον βαθμό αυτό εκφράζει τη βαθύτερη οργάνωση της προσωπικότητάς του ή αν πρέπει να αποδοθεί στις αυστηρές συνθήκες απομόνωσης και κράτησής του. Ωστόσο ενδέχεται τόσο η συναισθηματική απογύμνωση και η μηχανοποίηση της σκέψης του όσο και το αίσθημα νεκρικής ψυχρότητας του περίγυρού του να συνιστούν εκφάνσεις πυρηνικής σχιζοφρενικής ψυχοπαθολογίας.

Το σκεύος της ηδονής

Στον οίκο της ηδονής
χώθηκα και κρύφτηκα
Κατατρεγμένος

Ποθώντας την απατηλή θαλπωρή
της εμπορευματοποιημένης αγάπης
είκοσι λεπτά περιμένοντας
τους πελάτες που προηγούνταν
να φύγουν ικανοποιημένοι

Με την αυταπάτη της απόκτησής της
και την αυταπάτη της επανάκτησης
της ανθρωπιάς τους

Με τον όρο «σκεύος της ηδονής», ο ασθενής αναφέρεται όχι μόνο στις εκδιδόμενες, αλλά σε όλες τις γυναίκες όταν αυτές υποτιμώνται και θεωρούνται ως απλά μέσα εκτόνωσης. Αναφέρεται σε μία από τις συχνές, κατά το παρελθόν, επισκέψεις του σε πορνείο. Αναγνωρίζει τις σωματικές ανάγκες που τον ωθούσαν σε αυτές τις επισκέψεις. Παρόλ” αυτά, κατά την αναδρομική ανάγνωση του ποιήματος αυτού, εκφράζει την αποστροφή του προς αυτές. Οπως ο ίδιος μας αναφέρει «κάποιος είχε πει «εδώ δεν ερχόμαστε για να ευχαριστηθούμε, αλλά για να εκτονωθούμε». Ωστόσο νομίζoυμε ότι η εκτόνωση προϋποθέτει την ευχαρίστηση. Αφού δεν βρίσκω εκεί ευχαρίστηση, έπαψα να πηγαίνω σε τέτοια μέρη. Εκεί σιχαίνεται κανείς την ίδια τη γυναίκα. Καλύτερα να εκτονώνεται κανείς μόνος του».

Κατά την ανάγνωσή μας, στο ποίημα αυτό η πιεστική σεξουαλική επιθυμία βιώνεται ως πανίσχυρη διωκτική δύναμη που ωθεί τον ασθενή στην αναζήτηση καταφυγίου σε οίκο ανοχής. Η πιεστικότητα της εν λόγω επιθυμίας δικαιολογεί την εκτόνωσή της, ακόμα και σε πλήρως εμπορευματοποιημένη μορφή, απονεκρωμένη από συναισθήματα, συσκοτίζοντας την εξίσου ισχυρή ανάγκη γνήσιας ερωτικής επαφής. Ωστόσο, ο ασθενής έχει συγχρόνως επίγνωση της αυταπάτης πως αυτή μπορεί να βρίσκεται στην «ανθρωπιά» που παρέχεται στους οίκους ανοχής. Τα «είκοσι λεπτά» αναμονής υπενθυμίζουν την αγοραία φύση αυτής της επαφής.

Η εξομολόγηση

Η Αγάπη έγινε γιατρός μου
όχι προς αντιποίηση
του ιατρικού επαγγέλματος
Αλλά προς θεραπεία μόνον
της πονεμένης μου ψυχής

Το άγγιγμά της αρχικά απαλό
σιγά σιγά ωστόσο επώδυνο
σα νυστέρι μπηγμένο
μέσα μου βαθιά,
επέμβαση αναγκαία
στη θεραπεία της
κακίας
που φώλιαζε μέσα μου βαθιά

Οπως ο ίδιος ο ασθενής αναφέρει, το ποίημα αυτό εκφράζει την επιθυμία του να θεραπευτεί μέσω μιας βαθιάς και μακροχρόνιας ερωτικής-συναισθηματικής σχέσης. Οπως διευκρινίζει, στο ποίημα αυτό παρά τη χρήση του αορίστου χρόνου της γραμματικής που παραπέμπει σε τετελεσμένο γεγονός, αναφέρεται σε επιθυμητή κατά το μέλλον σχέση του. Δεν είχε συγκεκριμένο άτομο στο μυαλό του όταν έγραφε αυτό το ποίημα, άλλωστε εκφράζει την απαισιοδοξία του πως θα βρει ένα τέτοιο άτομο. Αναφερόμενος σε μια τέτοια μελλοντική σχέση συμπληρώνει ότι «η κοπέλα αυτή θα έπρεπε να έχει διδαχθεί τρόπους συμπεριφοράς απέναντί μου σε ειδικά σεμινάρια». Επιπλέον, όσον αφορά την εσωτερικευμένη «κακία» του, όπως αυτή εκφράζεται στη δεύτερη στροφή του ποιήματος, ο ασθενής την αποδίδει κατά παράδοξο τρόπο στην ιδιαίτερη εθνοτική καταγωγή του θεωρώντας ότι η «κακία» συνιστά μόνιμο γνώρισμα του χαρακτήρα των μελών της.

Κατά την ανάγνωσή μας, στο ποίημα αυτό ο ασθενής εκφράζει τη θεραπευτική δύναμη της αγάπης εν γένει και της ερωτικής αγάπης ειδικότερα. Αναγνωρίζει ότι αυτή η θεραπευτική δύναμη δεν αντιτίθεται στη με ψυχιατρικά μέσα υποβοήθησή του, αλλά την συμπληρώνει. Στην έναρξη της σχέσης -ίσως στην πρώιμη μορφή της-, ο αντίκτυπός της σε αυτόν παραμένει επιφανειακός, στη συνέχεια όμως γίνεται βαθύτερος και επώδυνος, αναγκαίο κακό για την εκρίζωση της «κακίας» του. Ο ασθενής θίγει το ζήτημα του «πόνου» δυο φορές υπό δυο διαφορετικές όψεις. Αποδίδει στον πόνο του δυο διαφορετικές λειτουργίες. Πριν αγαπήσει, ο «πόνος» ήταν ενδεικτικός της κακίας που έφερε βαθιά μέσα του, αντίθετα, όταν αγάπησε, ο πόνος του ήταν απαραίτητος για την εκρίζωσή της.

Συζήτηση

Χωρίς να φιλοδοξούμε να αναλύσουμε εξαντλητικά τα ποιήματα του ασθενούς μας, περιοριζόμαστε να αναδείξουμε την πολλαπλή σπουδαιότητα του ενδιαφέροντός μας για αυτά. Κατ” αρχάς μας επέτρεψαν να εγκαθιδρύσουμε μια διαφορετική σχέση μαζί του κατά τις κλινικές και θεραπευτικές συνεδρίες, γεγονός που προοιωνίζεται συγκριτικά καλύτερη πορεία και ενδεχομένως ποιότητα έκβασης της τρέχουσας νοσηλείας του. Ο ασθενής εγκατέλειψε τις ανούσιες και πιεστικές εγκυκλοπαιδικές ερωτήσεις του και αποκάλυψε έως τότε άγνωστες σε εμάς όψεις και πτυχές του βίου του, της προσωπικότητάς του και της ψυχοπαθολογίας του κατά την τρέχουσα περίοδο. Εξάλλου, όπως προαναφέραμε, η έναρξη της συγγραφής των ποιημάτων του συνέπεσε με την ύφεση της λίαν βίαιης κατά το παρελθόν συμπεριφοράς του.

Συναφώς προς τη σημαντική βελτίωση της σχέσης μας με τον ασθενή μέσω της συζήτησης των ποιημάτων του, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε τα εξής: Κινητήρια δύναμη της σχέσης κατανόησης ψυχιάτρων – ασθενών συνιστά η νοερή μετάθεση των πρώτων στη νοητική, συναισθηματική και υπαρξιακή θέση των δεύτερων. Η επιτυχής αυτή «μεταβίωση» των βιωμάτων των ασθενών που χαρακτηρίζει τη σχέση συναισθαντικής κατανόησής τους μεγιστοποιεί την ποιότητα της εν λόγω σχέσης, καθώς και τη δεκτικότητα των ασθενών στις θεραπευτικές παρεμβάσεις μας, και ως εκ τούτου, την ποιότητα της τελικής έκβασης της ψυχοπαθολογίας τους. Επιπλέον, μέσω της συζήτησης των ποιημάτων του ασθενούς αναδείχθηκαν θεμελιώδεις ανθρώπινες ανάγκες του, όπως η ανάγκη για αγάπη και σεβασμό των δικαιωμάτων του από τους άλλους. Οι εν λόγω ανάγκες του, ως πανανθρώπινες, υπερβαίνουν τα στενά πλαίσια της ψυχοπαθολογίας του.

Ακριβέστερα, δόθηκε η δυνατότητα στον ασθενή να απαγκιστρωθεί από την επίμονη ενασχόλησή του με επιστημονικοφανή θέματα και να μιλήσει πιο ουσιαστικά για τον εαυτό του, τα βιώματά του, τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες του και τα σχέδιά του για το μέλλον. Αλλωστε, είναι γνωστό ότι η ποίηση ως τρόπος έκφρασης ψυχικά ασθενών ατόμων παρέχει μια ξεχωριστή δυνατότητα αφαιρετικής και συμβολικής έκφρασης των βιωμάτων, των σκέψεων και των συναισθημάτων τους. Εξάλλου, μέσω της συγκινησιακής φόρτισης που προσιδιάζει σε αυτό το λογοτεχνικό είδος καθίσταται δυνατή η επικέντρωση σε σημαντικά και πυρηνικά θέματα της ζωής του ψυχικά ασθενούς (Oyebode, 2008). Επί παραδείγματι, στο τέταρτο, αλλά και στο τρίτο ποίημά του, πιο έμμεσα, ο ασθενής εκφράζει τον τρόπο με τον οποίο μέσω της αγάπης φαντασιώνεται τη σύγκλιση του ρήγματος μεταξύ αυτού και του κόσμου. Μέσω της αγάπης αυτός θεραπεύεται και «εξημερώνεται», έστω και επώδυνα. Στο πρώτο ποίημα, από την άλλη πλευρά, εκφράζει την επιθυμία του να είναι σεβαστός, κατακρίνοντας την «ανέτοιμη» κοινωνία να τον αποδεχτεί. Στο σημείο αυτό συναντάμε τη δυσκολία για έναν άνθρωπο, πόσο μάλλον για έναν ψυχικά ασθενή, να φτάσει στο σημείο της συνειδητοποίησης της ευθύνης του για πράξεις του με σοβαρές συνέπειες σε συνανθρώπους του. Η κοινωνική κατακραυγή που εκφράζεται στο ποίημά του αυτό με τη γενικότερη αμφισβήτηση πολλών κοινωνικών θεσμών γενικεύεται υπερβαίνοντας την ατομική περίπτωσή του. Με αυτόν τον τρόπο ο ασθενής συναντά την πλειονότητα των πολιτών που ορθώς καταγγέλλουν τις κοινωνικές αδικίες και τη διαφθορά των εν λόγω θεσμών (ιδιαίτερα στην πατρίδα μας).

Ωστόσο το μέγεθος της οργής που εκφράζεται σε αυτό το ποίημα είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με την υποτιθέμενη αδικία την οποία υπέστη και ενδεικτικό του τρόπου ψυχολογικής αφομοίωσης της σοβαρής ετεροκαταστροφικής πράξης του από τον ίδιο. Ακριβέστερα, αποφεύγει να επωμιστεί την ευθύνη της βίαιης πράξης του, κάτι που του επιτρέπει να διατηρήσει την αυτοεκτίμηση και να εξουδετερώσει τις τυχόν τύψεις που η πράξη αυτή θα μπορούσε να του προκαλέσει. Στο τέταρτο ποίημα, αν και πιο έμμεσα, ξαναβλέπουμε μια επιδίωξη αυτο-απενοχοποίησής του: αποδίδει την «κακία» του στην εθνοτική καταγωγή του και όχι σε κάποιο γνώρισμα της ατομικής ψυχολογικής ιδιοσυστασίας του. Με άλλα λόγια, ο ασθενής στο πρώτο ποίημα αποδίδει την υπαιτιότητα της τρέχουσας κράτησής του σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως η αστυνομία, η δικαιοσύνη, η ψυχιατρική και όχι στην πράξη του που προηγήθηκε της κατασταλτικής κινητοποίησης των προαναφερθέντων θεσμικών παραγόντων. Μολονότι στο τέταρτο ποίημα ο ασθενής αναγνωρίζει, όπως προαναφέραμε, την «κακία» ως χαρακτηριστικό του, το αποδίδει εκ νέου σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως η καταγωγή του και η στέρηση προσφοράς αγάπης σε αυτόν. Ως γνωστόν, η απόδοση της υπαιτιότητας σε εξωτερικούς παράγοντες για τις αντιξοότητες της ζωής κάποιου ατόμου χαρακτηρίζει ασθενείς με παρανοειδείς ψυχώσεις («poor me para-noia»).

Τα προηγούμενα μας επιτρέπουν να εκτιμήσουμε τα όρια της επίγνωσης που δύναται να αποκτήσει ο ασθενής τόσο για τη βίαιη συμπεριφορά που υποκίνησε η ψυχοπαθολογία του όσο και για τη φύση της τελευταίας και συνεπώς εμπλουτίζουν την ευρύτερη διαγνωστική σκέψη μας για αυτόν.

Εξάλλου, οι ψυχικά ασθενείς που επιδίδονται στη συγγραφή λογοτεχνικών έργων, ανεξαρτήτως είδους, βρίσκουν μέσω αυτής έναν δημιουργικό τρόπο έκφρασης των ψυχικών συγκρούσεων συναφών με βαθιές πανανθρώπινες ανάγκες τους, των ματαιώσεων πολλών σχεδίων ζωής τους που επέφερε η μακροχρόνια νοσηλεία, αλλά και η ίδια η χρονιότητα της νόσου τους. Η λογοτεχνική επεξεργασία των αισθημάτων αποθάρρυνσης που συνοδεύουν τα προηγούμενα ευοδώνει την ψυχολογική αφομοίωσή τους και τονώνει την αυτοεκτίμηση των συγγραφέων-ασθενών καθιστώντας τους περήφανους για την ολοκλήρωση ενός λογοτεχνικού έργου ικανού να συγκινήσει και άλλους ανθρώπους. Επιπλέον, η ενασχόληση αυτή βελτιώνει την επικοινωνία τους με τους συνανθρώπους τους καθιστώντας την γνησιότερη και περισσότερο ουσιαστική παράλληλα με τη βελτίωση της δικής τους αυτογνωσίας (Burns, 2009). Τέλος, η καλύτερη προσωπική αυτογνωσία και επικοινωνία με τον ανθρώπινο περίγυρο επιτρέπουν την επεξεργασία νέων, περισσότερο ρεαλιστικών σχεδίων ζωής τους.

Συμπερασματικά, μολονότι συνοπτική, η παρουσίαση και ανάλυση μερικών ποιημάτων του ασθενούς μας μάς επέτρεψε να αναδείξουμε μείζονες όψεις του πολύπλευρου ενδιαφέροντος που παρουσιάζει η ποίηση ψυχικά ασθενών ατόμων για την καλύτερη κατανόηση και υποβοήθησή τους από τους θεράποντες ψυχιάτρους τους.